Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Εισήγηση στο 10ο εκπαιδευτικό συνέδριο ΟΛΜΕ


ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΕΕ & ΟΟΣΑ 1.Ανάπτυξη δεξιοτήτων και οικονομική κρίση Με βάση τις Ανακοινώσεις της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ιδιαίτερα στις μέρες μας σαν επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο με όρους, που εστιάζουν σε μια όλο και περισσότερο ανταγωνιστική οικονομία και μια όλο και πιο άκαμπτη αγορά και κρίνεται βασικά με παραμέτρους οικονομικής αποδοτικότητας. Με απλά λόγια η εκπαίδευση θεωρείται ότι παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην αυξομείωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων αφενός και της ανεργίας ή της υποαπασχόλησης αφετέρου και συνδέεται άμεσα με τις πιεστικές απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Αυτό φαίνεται να τείνει να μεταβάλλει την εκπαίδευση σε χώρο εξειδίκευσης, κατάρτισης και εκμάθησης δεξιοτήτων και μόνο, χάνοντας έτσι σιγά-σιγά ένα μεγάλο παιδαγωγικό κεφάλαιο, αυτό των ανθρωποκεντρικών και πολιτισμικών αξιών. Θυσιάζεται κατά κάποιο τρόπο η κυρίαρχη έννοια της ουσιαστικής Παιδείας δίνοντας προτεραιότητα σε χειριστικές δεξιότητες, όπως αυτές υπαγορεύονται εκ των πραγμάτων από τους κανόνες του σύγχρονου οικονομικού ανταγωνισμού. Παρόλα αυτά, η ανάγκη για να αντιμετωπιστεί η λαίλαπα της ανεργίας που μαστίζει τους νέους, ειδικά στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου συνολικά, παραμένει έντονη. Αν όμως θεωρήσουμε ότι ο απώτερος σκοπός της εκπαίδευσης είναι οι ίσες ευκαιρίες στη ζωή και στην εργασία, η ενεργή συμμετοχή των πολιτών στις ευκαιρίες αυτές, η προσωπική ανάπτυξη και ευημερία του καθενός ξεχωριστά, υπάρχει αναπόφευκτη ανάγκη να ενδυναμώσουμε τις δεξιότητες (στοιχειώδεις, εγκάρσιες, STEM, επιχειρηματικές, κ.ά.) του ανθρώπινου δυναμικού για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε όσο γίνεται πιο άμεσα την ανεργία, ως βασική συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Η επένδυση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση για την καλλιέργεια των απαραίτητων δεξιοτήτων, είναι στοιχεία ζωτικής σημασίας προκειμένου να ενισχυθεί η απασχολησιμότητα, η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη μιας χώρας. Παρά, λοιπόν, την οικονομική κρίση που οδήγησε την Ελλάδα σε μια σοβαρή ύφεση, η χώρα μας θα πρέπει να προχωρήσει σε σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης για να μπει σε πορεία ανάπτυξης και να θεωρηθεί ανταγωνιστική. Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα στην δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση, στην οποία υπάγονται και τα ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ, θα πρέπει να ενισχυθεί το διδακτικό προσωπικό με στελέχη επαγγελματικής κατεύθυνσης με επιπλέον ειδικότητες, τα οποία θα είναι σε θέση να στηρίξουν τους σπουδαστές στην κατεύθυνση της απόκτησης των απαιτούμενων δεξιοτήτων. Τόσο για την τριτοβάθμια, όσο και για την δευτεροβάθμια τεχνική εκπαίδευση θα πρέπει να βρεθούν αυτές οι δομές που θα επιτρέπουν μια πιο ευέλικτη προσαρμογή προς τις διαφαινόμενες αλλαγές στον παραγωγικό ιστό της χώρας. Σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος, η άμεση συνεργασία με τους φορείς που εκπροσωπούν τους παραγωγούς, τα παραγωγικά Υπουργεία, τα Τεχνικά Επιμελητήρια, την επιχειρηματικότητα εν γένει, είναι αναγκαία για τις κατευθύνσεις των τμημάτων και τη διαμόρφωση των προγραμμάτων τους. Παράλληλα, τα προσόντα και οι δεξιότητες των εκπαιδευομένων θα πρέπει να πιστοποιούνται από εγκεκριμένους και θεσμοθετημένους φορείς και να αναγνωρίζεται η αξία τους με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις χώρες που ενδέχεται να εργαστούν με βάση την υπάρχουσα κινητικότητα. Η πιστοποίηση συμβάλλει στο να παρέχονται ίσες ευκαιρίες για εργασία και σταδιοδρομία σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν παρακολουθήσει το αντίστοιχο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, εφόσον πλέον τα επαγγελματικά τους προσόντα καθίστανται συγκρίσιμα. 2. Επίδραση της εκπαίδευσης στην ανεργία Επιπλέον, η επίδραση της εκπαίδευσης στην ανεργία, με βάση το παράδειγμα της Ελλάδας εν καιρώ κρίσης και τα συμπεράσματα των ερευνών της Στατιστικής Υπηρεσίας, καταδεικνύεται εμφανώς. Αναφορικά με την κατανομή του ποσοστού ανεργίας ανά επίπεδο εκπαίδευσης, διαπιστώνουμε ότι το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (32,4%), σε εκείνους που δεν έχουν τελειώσει το δημοτικό (24,2%) και στους απόφοιτους γυμνασίου (23,6%). Αντίθετα, όσον αφορά στους πτυχιούχους της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης σε πρώτο επίπεδο σπουδών αλλά και στους κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων και διδακτορικού, αν και επηρεάστηκαν σημαντικά από την κρίση διότι έχουμε αύξηση των αντίστοιχων ποσοστών κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, φαίνεται ωστόσο ότι η αρνητική επίδραση ήταν μικρότερη, καθώς κατέχουν τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η ανεργία είναι, και από ότι προβλέπεται θα συνεχίσει να είναι, η πιο ανησυχητική πτυχή της παρούσας κρίσης. Εύλογα καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα λίγα πράγματα μπορούν να γίνουν για σημαντικό περιορισμό της ανεργίας των νέων βραχυπρόθεσμα και φυσικά μαγική λύση μάλλον δεν υπάρχει. Ωστόσο, η παραπάνω ανάλυση επιβεβαιώνει τα όσα λέγονται για τα οφέλη της εκπαίδευσης και υποδεικνύει το εξής θετικό μήνυμα: η εκπαίδευση θα πρέπει να λειτουργεί ως ασπίδα ενάντια στην ανεργία σε περιόδους κρίσης και η υψηλή ζήτηση για εκπαίδευση και κατάρτιση σε νέες δεξιότητες είναι ορθολογική, καθ’ ότι η επένδυση στην εκπαίδευση αποδίδει και στις δύσκολες οικονομικές συγκυρίες και δίνει λύσεις και ευκαιρίες. 3. Αξιολόγηση μαθητών, σχολείων, εκπαιδευτικών Δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσουμε με τον ΟΟΣΑ στο τμήμα της Ανακοίνωσης που αναφέρεται στην αξιολόγηση των μαθητών, στην αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και των εκπαιδευτικών και στις συνέπειες που απορρέουν για όσους έχουν αξιολογηθεί. Και αυτό γιατί η αναφορά αυτή, ειδικά όπως ενδέχεται να εφαρμοστεί στη χώρα μας, προσδίδει στην αξιολόγηση τιμωρητικό χαρακτήρα, έχει δε πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην εξέλιξη του εκπαιδευτικού επαγγελματικά και οικονομικά λόγω του ύποπτου και υποτιμητικού καθορισμού ποσοστώσεων. Επιπλέον, δεν αφορά με κανένα τρόπο στην επικαλούμενη αναβάθμιση της ποιότητας της παιδείας, δεν διασφαλίζει ούτε στο ελάχιστο ποιοτικότερη εκπαίδευση ή βελτιωμένες εργασιακές συνθήκες. Διότι οι εκπαιδευτικοί δεν γίνονται καλύτεροι με τη μισθολογική τους καθήλωση, ούτε με την απαξίωση, στην οποία υποχρεωτικά υποβάλλονται μέσω υποκειμενικών και γραφειοκρατικών αξιολογήσεων. Άλλωστε για να μπορέσουν οι εκπαιδευτικοί να βελτιωθούν προς όφελος των μαθητών, του εκπαιδευτικού συστήματος και της κοινωνίας -γιατί αυτό θα πρέπει να είναι το ζητούμενο ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος- χρειάζονται διευρυμένη επιμόρφωση, ουσιαστική στήριξη και κοινωνική αναγνώριση. 4. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης Επιπροσθέτως, εάν μιλάμε για αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης, γνωρίζουμε όλοι μας ότι αυτοί που θα κληθούν πρώτοι να τη στηρίξουν, να την προωθήσουν και να την εφαρμόσουν είναι οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί. Γι’ αυτό, λοιπόν, το σύγχρονο σχολείο θα πρέπει να δίνει προτεραιότητα στη συστηματική επιμόρφωση, την υποστήριξη και την εμψύχωση του διδακτικού προσωπικού. Με τη συγχρηματοδότηση του ΕΣΠΑ και σε ένα δεδομένο χρονικό πλαίσιο οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να επιμορφωθούν σε αντικείμενα που θα συμβαδίζουν με τις προβλεπόμενες αλλαγές στα Προγράμματα Σπουδών. Η επιμόρφωση, μεταξύ άλλων, θα αφορά στις νέες τεχνολογίες, σε θέματα πολιτισμού και τεχνών, καθώς και σε μεθόδους που θα βοηθήσουν τους εκπαιδευτικούς να εντάξουν στο μάθημά τους στοιχεία για την ανάπτυξη μιας πιο ίσης, πιο ανοιχτής, πιο ανθρώπινης, πιο αειφόρου και πιο πράσινης κοινωνίας. Στο σύγχρονο σχολείο θα πρέπει να προωθείται ένα πιο ευέλικτο μαθησιακό περιβάλλον, που απαιτεί όχι μόνο νέες παιδαγωγικές τεχνικές, αλλά και ευρύτερο εκπαιδευτικό υλικό. Τα πρόσθετα αυτά εργαλεία μάθησης θα δίνουν περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερα περιθώρια ανάπτυξης πρωτοβουλιών και ευκαιριών στους εκπαιδευτικούς ενώ θα προκαλούν τον μαθητή να ερευνήσει, να ανακαλύψει και να συμμετέχει στην απόκτηση γνώσης. 5. Ο ρόλος των Νέων Τεχνολογιών στην εκπαίδευση Ισχυρίζεται η ΕΕ ότι «η τεχνολογία προσφέρει ευκαιρίες άνευ προηγουμένου για τη βελτίωση της ποιότητας, της προσβασιμότητας και της ισότητας στην εκπαίδευση και την κατάρτιση. Αποτελεί, η εφαρμογή της τεχνολογίας, βασικό μοχλό για την αποτελεσματικότερη μάθηση και τη μείωση των φραγμών στην εκπαίδευση, ιδίως των κοινωνικών φραγμών. Τα άτομα μπορούν να μάθουν οπουδήποτε, ανά πάσα στιγμή, μέσω ευέλικτων και εξατομικευμένων διαύλων», αλλά τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Η ανακοίνωση της ΕΕ εισηγείται ότι τα ζητήματα της ανισότητας στην κατανομή των εκπαιδευτικών αγαθών μπορούν να λυθούν αυτόματα και ως διά μαγείας με τη χρήση των νέων τεχνολογιών, και μάλιστα με ελάχιστο κόστος, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να ισχύσει μόνο μερικώς, διότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι αδύνατο να υποκατασταθεί από καμία τεχνολογία. Η δε τεχνολογία από μόνη της δεν θα διασφάλιζε την ισότητα στην εκπαίδευση, ούτε καν την ισότητα επιλογών ή ευκαιριών στη μόρφωση για τους πολίτες. Ειδικότερα, όσον αφορά στη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή στο σχολείο δεν είναι δυνατόν να καταργήσει ούτε το βιβλίο, ούτε τους δασκάλους. Αντίθετα οι εκπαιδευτικοί είναι απόλυτα αναγκαίοι για την επιτυχία του νέου είδους διδασκαλίας. Βέβαια, οι αλλαγές θα έχουν σαν πρώτη συνέπεια να καταργηθούν κάποιες διδακτικές μέθοδοι, πράγμα που τρομάζει πολλούς. Εφόσον όμως οι απαραίτητες βάσεις δοθούν στους μαθητές με τη βοήθεια των υπολογιστών, οι καθηγητές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν θα είναι πλέον αναγκασμένοι να οργανώνουν το μάθημα της αυριανής μέρας, να μένουν πιστοί στο βιβλίο ύλης, να ετοιμάζουν διαγωνίσματα ή να βαθμολογούν τους μαθητές. 6. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού σε σχέση με την τεχνολογία Έργο των καθηγητών είναι να θέτουν κρίσιμες ερωτήσεις και να αναπτύσσουν την κριτική σκέψη των μαθητών και τις ανθρώπινες αισθήσεις. Με τον νέο τρόπο διδασκαλίας θα έχουν περισσότερο χρόνο για να ασχοληθούν με τον καθένα μαθητή ξεχωριστά και τις ανάγκες του, γιατί μόνο αυτοί γνωρίζουν τις αδυναμίες και τις δυνατότητές του. Θα είναι, λοιπόν, σε θέση να αυξήσουν και να επεκτείνουν την εκπαίδευση πέρα από τα όρια της αρμοδιότητας του Η/Υ χωρίς να τους περιορίζει ούτε η συγκεκριμένη ύλη, ούτε η στενότητα του χρόνου. Οι μαθητές, από την άλλη πλευρά θα επωφελούνται από την ποικιλία θεμάτων και θα είναι ελεύθεροι να εμβαθύνουν σε ζητήματα που τους κεντρίζουν περισσότερο το ενδιαφέρον. Η επιτυχία δε του έργου των καθηγητών θα είναι δεδομένη, γιατί θα έχουν περισσότερο χρόνο να προετοιμάσουν αυτές τις δραστηριότητες και ιδανικές συνθήκες για να τις μοιραστούν με τους μαθητές. Αυτοί με τη σειρά τους θα είναι καλύτερα ενημερωμένοι και θα έχουν άλλη συμπεριφορά, αφού οι ίδιοι θα έχουν επιλέξει τη συμμετοχή τους. Συγχρόνως θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τις πρόσφατες καινοτομίες στον τομέα της εκπαίδευσης που έχουν να κάνουν με την εξέλιξη του ρόλου του δασκάλου. Η δάσκαλο-κεντρική αντίληψη έχει πλέον υποχωρήσει και αυτό επιτεύχθηκε μεταξύ άλλων και με την είσοδο των υπολογιστών στα σχολεία, που κατάργησαν το μονοπώλιο του δασκάλου. Βάση πρέπει να δοθεί όχι απλά στην χρήση, αλλά στη σωστή χρήση του υπολογιστή για να έχει πραγματική διδακτική αξία. Το να υπάρχει ένας υπολογιστής στην αίθουσα που θα τον χειρίζεται ο καθηγητής δείχνοντας κάποια πράγματα στην τάξη δεν είναι λύση. Ως εκπαιδευτικοί θα πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία και να διευρύνουμε τη διδασκαλία μέσω Η/Υ, για να ενδυναμώνεται η ωφελιμότητά τους και εμείς οι ίδιοι να απελευθερωνόμαστε και να μη μένουμε εγκλωβισμένοι σε ένα ανεπαρκές και ατελέσφορο σύστημα σαν το σημερινό. Σκοπός, λοιπόν, πρέπει να είναι η εξασφάλιση των συνθηκών εκείνων μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα, έτσι ώστε η εκπαίδευση να διαμορφώνει και να αναπτύσσει ένα ολοκληρωμένο άτομο και όχι μόνο την διανοητική του πλευρά ή την τεχνολογική του δεξιότητα. Άρα ο νέος ρόλος του εκπαιδευτικού είναι ρόλος συντονιστή και συμβούλου και όχι εκείνος του αποκλειστικού μεταδότη γνώσεων. Δεν προσφέρει έτοιμη την λύση, αλλά οργανώνει έτσι το μάθημα ώστε να την ανακαλύπτουν οι ίδιοι οι μαθητές. Ο δάσκαλος παρακολουθεί, καθοδηγεί, ελέγχει και συζητεί το πρόβλημα. Αυτός ο ρόλος του εκπαιδευτικού αντιστοιχεί παιδαγωγικά στην ενεργητική μάθηση και, όπως είπαμε και παραπάνω, δε θα μπορούσε να αντικατασταθεί από καμία τεχνολογία. 7. Το ζήτημα της χρηματοδότησης Και τίποτα από όλα αυτά δεν βελτιώνεται, καμία καινοτομία δεν εφαρμόζεται, καμία μεταρρύθμιση δεν προχωράει εάν δεν υπάρξει χρηματοδότηση. Και δεν είναι δυνατόν πλέον να θεωρούμε ότι το κράτος πρέπει να επωμιστεί καθ’ ολοκληρία όλες τις δαπάνες της εκπαίδευσης, απλά γιατί δεν αντέχει ο Έλληνας φορολογούμενος μεγαλύτερη οικονομική εξαθλίωση. Θα πρέπει, λοιπόν, η διαχείριση των λειτουργικών εξόδων των σχολείων να γίνει οικονομικότερη και πιο ορθολογιστική, αφενός, και αφετέρου να εμπλακούν στη χρηματοδότηση και άλλοι φορείς, όπως η τοπική αυτοδιοίκηση, ιδρύματα, ευρωπαϊκά προγράμματα, επιχειρήσεις, οργανισμοί, ιδιώτες, ευεργέτες, απόφοιτοι, κ.ά., με βάση κοινωνικά και ανθρωπιστικά κριτήρια, όπως το μέγεθος του μαθητικού πληθυσμού, το βιοτικό επίπεδο της κάθε περιοχής, οι μειονότητες, οι κοινωνικά ευαίσθητες ομάδες, κλπ. Γκίκα Αναστασία Σίσσυ Λάλου Ελένη Κασάπογλου Αναστάσιος Σάββας Γρηγόρης